drlykissas.com

κηδεμόνας σκολίωσης

Η σκολίωση είναι μια τρισδιάστατη παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης που εκδηλώνεται συνήθως κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία, κυρίως κατά την περίοδο της ταχείας ανάπτυξης. Αυτό ωστόσο δε σημαίνει πως δεν μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής. Εάν εκδηλωθεί στην παιδική ή εφηβική ηλικία, μια από τις κατεξοχήν συντηρητικές επιλογές θεραπείας είναι ο κηδεμόνας σκολίωσης. Ο κηδεμόνας αυτός αποτελεί ένα αρκετά χρήσιμο συντηρητικό μέσο για την επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου. Δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά είναι ένα αρκετά ωφέλιμο εργαλείο, όταν εφαρμόζεται έγκαιρα και σωστά.

Τι ακριβώς είναι η σκολίωση και πώς διαγιγνώσκεται;

Η σκολίωση είναι μια σύνθετη τρισδιάστατη παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης και του κορμού, η οποία προκαλεί μια εμφανή στρέβλωση του φυσιολογικού σχήματός τους. Αυτή η πάθηση διακρίνεται από μια ποικιλία παραμορφώσεων, οι οποίες εκδηλώνονται κυρίως μέσω της πλάγιας κλίσης και της στροφής των σπονδύλων, καθώς και της αλλαγής στα κανονικά κυρτώματα της σπονδυλικής στήλης, όπως είναι η κύφωση και η λόρδωση, επηρεάζοντας την ανατομία και στα τρία επίπεδα. Ως προς την αίτια της σκολίωσης, αυτή είναι πολυπαραγοντική και μπορεί να σχετίζεται με γενετικές, μυοσκελετικές, ορμονικές ή νευρολογικές διαταραχές. Η πιο συχνή μορφή της είναι η ιδιοπαθής σκολίωση, για την οποία δεν υπάρχει ξεκάθαρη αιτία, και συνήθως εκδηλώνεται σε κορίτσια στην προεφηβική ηλικία. Η διάγνωση τίθεται με ακτινολογική εξέταση και υπολογισμό της γωνίας Cobb, με την τιμή των 10° να αποτελεί το κατώφλι για την επιβεβαίωση της σκολιωτικής παραμόρφωσης.

Ο ρόλος που διαδραματίζει ο κηδεμόνας στην αντιμετώπιση της σκολίωσης

Αρχικά, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως ο κηδεμόνας σκολίωσης ενδείκνυται για ασθενείς που βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης, δηλαδή σε παιδιά και εφήβους, καθώς προϋπόθεση για την αποτελεσματική του δράση είναι η ύπαρξη ενεργών αναπτυξιακών ζωνών στα οστά της σπονδυλικής στήλης. Σε ασθενείς που έχουν ήδη ολοκληρώσει τη σκελετική τους ωρίμανση, δηλαδή ενήλικες ή εφήβους κοντά στην σκελετική τους ωρίμανση, η χρήση του δεν προσφέρει ουσιαστικό όφελος.

Ο κηδεμόνας σκολίωσης αποτελεί τη βασικότερη συντηρητική θεραπευτική μέθοδο παγκοσμίως για την αντιμετώπιση της σκολίωσης σε παιδιά και εφήβους που δεν έχουν ολοκληρώσει την ανάπτυξή τους. Είναι μια εξωτερική, ημιάκαμπτη συσκευή που εφαρμόζεται στον κορμό και αποσκοπεί στην επιβράδυνση ή και τη σταθεροποίηση της σκολιωτικής παραμόρφωσης. Η χρήση του έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την πιθανότητα ανάγκης για χειρουργική επέμβαση, ιδίως όταν εφαρμόζεται σωστά και εγκαίρως. Η επιλογή του κατάλληλου τύπου κηδεμόνα γίνεται με βάση τη μορφολογία της καμπύλης, την ηλικία του ασθενούς και την έκταση της παραμόρφωσης.

Τύποι κηδεμόνων σκολίωσης

Υπάρχουν διάφοροι τύποι κηδεμόνων, με τους πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενους να είναι ο κηδεμόνας τύπου Boston και ο κηδεμόνας τύπου Cheneau. Ο Boston εφαρμόζεται από τις μασχάλες μέχρι τους γλουτούς και ενδείκνυται για σκολιώσεις 25°- 40°. Είναι διακριτικός και επιτρέπει τη χρήση του κάτω από τα ρούχα, χαρακτηριστικό σημαντικό για την αποδοχή από τον έφηβο ασθενή. Ο Cheneau είναι ένας εξατομικευμένος κηδεμόνας σκολίωσης που διαμορφώνεται με ακρίβεια βάσει των ανατομικών χαρακτηριστικών του ασθενούς, μετά από συνεργασία ιατρού και ορθωτικού τεχνικού. Κατασκευάζεται από θερμοπλαστικό υλικό και φέρει ιμάντες στο πρόσθιο μέρος για εύκολη προσαρμογή.

Λειτουργία και καθημερινή χρήση του κηδεμόνα

Ο τρόπος λειτουργίας του κηδεμόνα βασίζεται στην άσκηση πίεσης στα σημεία της παραμόρφωσης, με σκοπό τη διόρθωση ή τουλάχιστον τη σταθεροποίηση της καμπύλης. Η εφαρμογή πρέπει να γίνεται μετά από λεπτομερή λήψη μέτρων, και απαιτεί τακτική παρακολούθηση για να διασφαλιστεί ότι συνεχίζει να εφαρμόζει σωστά καθώς το παιδί μεγαλώνει. Η σύσταση είναι να φοριέται για τουλάχιστον 18 ώρες την ημέρα. Ο χρόνος αυτός μπορεί να προσαρμοστεί ανάλογα με το πρόγραμμα και τις εξωσχολικές δραστηριότητες του παιδιού. Η χρήση του κηδεμόνα ξεκινά σταδιακά, δίνοντας χρόνο στο σώμα να προσαρμοστεί, ενώ εάν υπάρχουν δυσκολίες στον ύπνο ή ερεθισμοί στο δέρμα, η χρήση προσαρμόζεται έως ότου υπάρξει πλήρης ανοχή.

Διακοπή της χρήσης και φυσικοθεραπευτική υποστήριξη

Καθώς το παιδί πλησιάζει την ολοκλήρωση της ανάπτυξής του, παρακολουθείται η ωρίμανση του σκελετού με ακτινολογικά σημεία όπως είναι το σημείο Risser. Όταν επιβεβαιωθεί η σκελετική ωρίμανση, η χρήση του κηδεμόνα σταματά. Σημαντικός είναι ο επαναληπτικός ακτινολογικός έλεγχος ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα της σπονδυλικής στήλης χωρίς τον κηδεμόνα σκολίωσης. Η φυσικοθεραπεία, ιδίως με ειδικές ασκήσεις τύπου Schroth, μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά ενισχύοντας τη μυϊκή στήριξη και βοηθώντας στη βελτίωση της στάσης και της λειτουργικότητας.

Πότε η χειρουργική επέμβαση είναι απαραίτητη

Παρά την υψηλή αποτελεσματικότητα του κηδεμόνα σε μέτριες μορφές σκολίωσης, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η χρήση του δεν επαρκεί. Σε κυρτώσεις άνω των 45°, ιδίως εάν είναι προοδευτικές ή προκαλούν αναπνευστικά ή αισθητικά προβλήματα, η μόνη ενδεδειγμένη θεραπεία είναι η χειρουργική παρέμβαση. Η σπονδυλοδεσία είναι η συνηθέστερη επέμβαση, κατά την οποία οι σπόνδυλοι σταθεροποιούνται με εμφυτεύματα, αποτρέποντας την περαιτέρω εξέλιξη και επαναφέροντας στις περισσότερες των περιπτώσεων πλήρως της ευθυγράμμιση της σπονδυλικής στήλης. Με τη χρήση των σύγχρονων τεχνικών όπως η ρομποτική πλοήγηση, η διεγχειρητική νευροπαρακολούθηση και η τρισδιάστατη απεικόνιση, η ασφάλεια και τα αποτελέσματα της επέμβασης έχουν εντυπωσιακά βελτιωθεί, με ποσοστά πλήρους διόρθωσης της παραμόρφωσης που υπερβαίνουν το 90%. Ο Ορθοπαιδικός Χειρουργός – Χειρουργός Σπονδυλικής Στήλης Δρ. Μάριος Λυκίσσας χρησιμοποιεί ό,τι πιο σύγχρονο υπάρχει σήμερα στη χειρουργική αντιμετώπιση της σκολίωσης, με απώτερο στόχο πάντα την αποκατάσταση της ποιότητας ζωής κάθε ασθενούς. 

Συμπερασματικά, η συνολική στρατηγική αντιμετώπισης της σκολίωσης πρέπει να είναι εξατομικευμένη και να βασίζεται σε συνεχή παρακολούθηση, ορθολογική χρήση του κηδεμόνα σκολίωσης και, όπου χρειάζεται, χειρουργική αποκατάσταση. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να διασφαλιστεί η ομαλή ανάπτυξη και η λειτουργική επάρκεια των ασθενών, ελαχιστοποιώντας τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πάθησης στην καρδιοαναπνευστική λειτουργία.